top of page
Search

Turner & Constable: σύγκρουση “φωτιάς και νερού”

  • Writer: Agni Katsioula
    Agni Katsioula
  • Mar 18
  • 15 min read

Updated: Mar 23

J.M.W. Turner (Ουίλιαμ Τέρνερ) / John Constable (Τζον Κόνσταμπλ) : οι ογκόλιθοι της βρετανικής τέχνης, οι πρωτοπόροι του ρομαντισμού, με διαφορετικές προσεγγίσεις αποθέωσαν την τοπιογραφία. Εικαστικοί ανταγωνιστές, γεννημένοι με διαφορά ενός χρόνου, ο μεν Turner, ο “ζωγράφος του φωτός” εστιάζει στα λαμπερά χρώματα και σε ατμοσφαιρικά έργα, ο δε Constable με το δραματικό κιαροσκούρο του, επικεντρώθηκε στην ρεαλιστική, αλλά και συναισθηματική απεικόνιση της αγγλικής υπαίθρου. Αφιέρωμα στα 250 χρόνια μετά τη γέννησή τους.

------------

Δείτε το videopodcast στο YouTube κάνοντας κλικ επάνω


Ακούστε το podcast στο Spotify κάνοντας κλικ επάνω, ή στο Spotify for creators κάτω


---------------------

Από την Αγνή Κατσιούλα

---------------------

Η ιστορία της τέχνης αγαπά την αντιπαλότητα ακόμα και φέτος μετά από 250 χρόνια από την γέννησή τους. Κατά τη διάρκεια της ζωής τους, οι κριτικοί έφεραν τους δύο τους αντιμέτωπους - την «αλήθεια» του Constable εναντίον της «ποίησης» του Turner. Παρά τις διαφορές τους, και οι δύο θεωρούνται εξαιρετικά πρωτότυποι ζωγράφοι που αμφισβήτησαν τα καλλιτεχνικά πρότυπα. Οι καινοτομίες τους ανέβασαν τον πήχη για την τοπιογραφία και άφησαν μια διαχρονική κληρονομιά.

Ο Turner γρήγορα έγινε ένα νεαρό αστέρι του κόσμου της τέχνης, παρά το ταπεινό του ξεκίνημα. Ενώ, ο Constable, γιος ενός πλούσιου εμπόρου από το Suffolk, ήταν εξίσου αποφασισμένος να χαράξει τη δική του πορεία ως καλλιτέχνης, αλλά αντιμετώπισε μια μακρύτερη και πιο επίπονη άνοδο προς την αναγνώριση. Ο Turner ζωγράφιζε εκθαμβωτικά ηλιοβασιλέματα και υπέροχες σκηνές από τα ταξίδια του, ενώ ο Constable συχνά επέστρεφε σε απεικονίσεις αγαπημένων τόπων, επιδιώκοντας τη φρεσκάδα και την αυθεντικότητα στην απεικόνιση της φύσης.

Αν και από διαφορετικούς κόσμους, και οι δύο καλλιτέχνες ήταν ενωμένοι στην επιθυμία τους να μεταμορφώσουν την τοπιογραφία προς το καλύτερο.

** Γιορτάζοντας τα 250 χρόνια μετά τη γέννησή τους, μια έκθεση στην Tate Britain με τίτλο Turner & Constable : Rivals & Originals, τους βάζει δίπλα δίπλα, παρακολουθώντας την δημιουργική τους εξέλιξη, συμπεριλαμβανομένων των στιγμών που το έργο τους επηρέασε το ένα το άλλο.

------------


Και ξαφνικά οσμίζεσαι την Άνοιξη, με προμηνύματα τους ασφόδελους και τους κρόκους να γεμίζουν πάρκα και παρτέρια, τις μανόλιες με τις μυγδαλιές να απλώνουν στον ήλιο τα λευκά τους πέταλα για να ξεμουδιάσουν προσφέροντάς μας αισιοδοξία από τον βαρύ χειμώνα που ακόμα μας δείχνει τα παγερά του δόντια που και που. Και εκεί στη γαλήνη και τη ζεστασιά του ήλιου, έρχεται ξανά η ζοφερή πραγματικότητα να μας γεμίζει ανασφάλεια και αβεβαιότητα για το μέλλον του κόσμου μας.

Περιφερειακοί πόλεμοι, περιβαλλοντικές καταστροφές, κρίσεις, εντάσεις, αναταραχές και επιβλαβείς ανθρώπινες δραστηριότητες, είναι οι δεδομένες καταστάσεις πλέον στον πλανήτη μας, που φέρνουν ανεπανόρθωτες συνέπειες στον κόσμο μας και φυσικά να βλέπουμε πως οι πληθυσμοί που ζουν συμβιωτικά με τον φυσικό κόσμο να πλήττονται ακόμα περισσότερο.

Ο κόσμος μας αλλάζει ή, μάλλον, άλλαξε. Η κλιματική αλλαγή συντελείται. Η ερώτηση που μας ταλανίζει είναι αν υπάρχει επιστροφή από το δυστοπικό μέλλον που προβάλλει στον ορίζοντα τόσο, μα τόσο τρομακτικό.

Photo: wix.com
Photo: wix.com

Ναι, το μέλλον της ανθρωπότητας, το μέλλον των παιδιών μας, φαντάζει όλο και περισσότερο σαν το Minority Report του Steven Spielberg και το Blade Runner του Ridley Scott, δύο κινηματογραφικά έργα βασισμένα σε βιβλία του Philip K. Dick, αυτού του μεγάλου ψυχολογικού και φιλοσοφικού ερευνητή που αμφισβητώντας τις συμβατικές αφηγηματικές δομές, πλέκει με μαεστρία τις εναλλακτικές πραγματικότητες που έρχονται στον κόσμο μας.

Υπάρχει επιστροφή από αυτόν τον δρόμο; Αυτή είναι μια ερώτηση που πρέπει όλοι να απαντήσουμε αλλά και να διεκδικήσουμε με πράξεις μια θετική απάντηση.

Γνωρίζουμε πως τα οικοσυστήματα από μόνα τους, διατηρούν λειτουργίες που υποστηρίζουν τη ζωή και παράγουν φυσικό κεφάλαιο όπως παραγωγή βιομάζας (τρόφιμα, καύσιμα, ίνες και φάρμακα), τη ρύθμιση του κλίματος, τους παγκόσμιους βιογεωχημικούς κύκλους, το φιλτράρισμα του νερού, τον σχηματισμό εδάφους, τον έλεγχο της διάβρωσης, την προστασία από πλημμύρες και πολλά άλλα φυσικά χαρακτηριστικά επιστημονικής, ιστορικής, οικονομικής ή εγγενούς αξίας.

Σε αυτό το ιστορικό σημείο καμπής για την ζωή και την ύπαρξη του πλανήτη, ο άνθρωπος αλήθεια θα βρει την δύναμη και την ενέργεια να προστατεύσει τον μοναδικής ομορφιάς μπλε πλανήτη μας με τα έμβια όντα του, που ταξιδεύει στροβιλίζοντας στο άπειρο του σύμπαντος;

Πρέπει σίγουρα τώρα να ενεργήσουμε, αυτήν την εποχή της κλιματικής αναταραχής που ζούμε, δεν υπάρχει άλλο χρονικό περιθώριο. Τα οικολογικά ζητήματα είναι ζωτικής σημασίας και για να διεγείρουμε την συλλογική μας μνήμη είναι φυσικό να ανατρέχουμε στην τέχνη, και στους καλλιτέχνες εκείνους που αποτύπωσαν παραστατικά μέσα από την τοπιογραφία, την φύση με οικολογικά θέματα στην πρακτική και τη σκέψη τους.

Αυτήν την εποχή, μας δίνεται μια μοναδική ευκαιρία να εξερευνήσουμε τις καριέρες δύο από τους μεγαλύτερους Βρετανούς τοπιογράφους, που φαίνονται - όπως συχνά συνέβαινε στην εποχή τους – να εργάζονται παράλληλα. 

Η ναυαρχίδα των πινακοθηκών του Λονδίνου Tate Britain, το πρωτοπόρο ίδρυμα στο Ηνωμένο Βασίλειο φέρνει στο προσκήνιο το οικολογικό ζήτημα σε μια έκθεση που έχει τίτλο «Turner & Constable, Rivals & Originals» (Αντίπαλοι & Πρωτότυπα έργα) έρχεται μέσα από το έργο των ευαισθητοποιημένων δημιουργών J.M.W. Turner και John Constable να μας αφυπνίσει.

Είναι δύο από τους μεγαλύτερους και σημαντικούς ζωγράφους της Βρετανίας, γεννημένοι με διαφορά ενός έτους ο ένας από τον άλλον - ο Turner το 1775, ο Constable το 1776 – και φέτος γιορτάζονται 250 χρόνια από την γέννησή τους.

Οι δύο ζωγράφοι ήταν επίσης οι μεγαλύτεροι αντίπαλοι και οι κριτικοί τέχνης της εποχής συνέκριναν τους πίνακές τους σαν μια σύγκρουση «φωτιάς και νερού». 

Με τους δύο ζωγράφους να ανταγωνίζονται για την επιτυχία μέσα από πολύ διαφορετικές αλλά εξίσου τολμηρές προσεγγίσεις των έργων τους, το σκηνικό γύρω τους έδειχνε μια έντονη αντιπαλότητα στον τότε ανταγωνιστικό κόσμο της τοπιογραφίας.

Μεγαλωμένος στην τραχιά καρδιά του γεωργιανού Λονδίνου, ο Turner γρήγορα έγινε ένα νεαρό αστέρι του κόσμου της τέχνης, παρά το ταπεινό του ξεκίνημα. Εν τω μεταξύ, ο Constable, γιος ενός πλούσιου εμπόρου από το Suffolk, ήταν εξίσου αποφασισμένος να χαράξει τη δική του πορεία ως καλλιτέχνης, αλλά αντιμετώπισε μια μακρύτερη και πιο επίπονη άνοδο προς την αναγνώριση. Αν και από διαφορετικούς κόσμους, και οι δύο καλλιτέχνες ήταν ενωμένοι στην επιθυμία τους να μεταμορφώσουν την τοπιογραφία προς το καλύτερο. 

Ο Turner ζωγράφισε εκθαμβωτικά ηλιοβασιλέματα και υπέροχες σκηνές από τα ταξίδια του, ενώ ο Constable συχνά επέστρεφε σε απεικονίσεις λίγων αγαπημένων τόπων, επιδιώκοντας τη φρεσκάδα και την αυθεντικότητα στην απεικόνιση της φύσης. 

Σηματοδοτώντας λοιπόν τα 250 χρόνια από τη γέννησή τους, αυτή η έκθεση ορόσημο εξερευνά τις αλληλένδετες ζωές και την κληρονομιά του Turner και του Constable. Μέσα από 170 πίνακες και έργα σε χαρτί, ψηλαφούμε τις απροσδόκητες πλευρές και των δύο καλλιτεχνών, παράλληλα με προσωπικές γνώσεις που φαίνονται μέσα από μπλοκ σχεδίασης και προσωπικά τους αντικείμενα.

Ο Τζόζεφ Μάλορντ Ουίλιαμ Τέρνερ (Joseph Mallord William Turner γνωστός και ως J. M. W. Turner, (23 Απριλίου 1775 – 19 Δεκεμβρίου 1851), είναι ίσως ο πιο αγαπητός Άγγλος ρομαντικός ζωγράφος, ένας ιδιοφυής χρονικογράφος, ο οποίος με λαμπερά χρώματα, αφηγείται την εποχή του. Ο “ζωγράφος του φωτός”, ήταν ένας πραγματικός επαναστάτης, ένας πρωτοπόρος δημιουργός, που το όνομά του είναι συνώνυμο του ετήσιου διεθνούς εικαστικού Βραβείου που απονέμεται κάθε δεύτερη χρονιά σε Βρετανό εικαστικό καλλιτέχνη.

*Μεγάλο αφιέρωμά μας στη ζωή και το εκπληκτικό του έργο μπορείτε να δείτε εδώ: https://www.agnitha.com/post/william-turner-4

-------------------

Κι ενώ ο Turner ζωγράφιζε την βιομηχανική επανάσταση στην Βρετανία, δηλαδή μια εποχή μαζικών αλλαγών που είδε τη γέννηση εργοστασίων, την κατασκευή σημαντικών σιδηροδρόμων και τις πόλεις να μεγαλώνουν, ο Constable ζωγράφιζε γαλήνια τοπία και λασπωμένες λίμνες, με υπέροχους ουρανούς και ταξιδιάρικα σύννεφα.

Τα χαλαρά τοπία του Constable μπορούν να θεωρηθούν ως νοσταλγικές εικόνες ενός απειλούμενου τρόπου ζωής. Πολλοί διακρίνουν στους πίνακές του, ότι υπάρχει μια αίσθηση ανησυχίας, που υπονοεί τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος άλλαζε δραματικά.  

Ενώ οι δυτικοευρωπαίοι εικαστικοί καλλιτέχνες παραδοσιακά ζωγράφιζαν τοπία μόνο ως φόντο για θρησκευτικές σκηνές ή πορτρέτα βασιλιάδων και βασιλισσών, ο Constable ήταν ριζοσπαστικός στο να στρέψει την προσοχή του στην καθημερινή ζωή στην ύπαιθρο - και να την κάνει το κύριο γεγονός!

Οι πίνακές του αποθέωσαν την αγροτική, καθημερινή ζωή: λασπωμένα χωράφια, ορμητικά ποτάμια, αχυρένιες καλύβες και σκληρά εργαζόμενους αγρότες. Τα θέματά του ήταν συνηθισμένες, ταπεινές σκηνές που συχνά παραβλέπονται από άλλους καλλιτέχνες.

Οι πίνακές του δεν εκτιμήθηκαν σωστά από το βρετανικό κοινό κατά τη διάρκεια της ζωής του, αλλά στα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό του μέχρι και σήμερα, έχουν γίνει αγαπημένα σύμβολα της βρετανικής υπαίθρου.

«Η ζωγραφική δεν είναι παρά μια άλλη λέξη για το συναίσθημα», έγραψε στον φίλο του Αρχιδιάκονο John Fisher το 1821, αυτός ο καταπληκτικός, ρομαντικός Άγγλος τοπιογράφος, ο υπέροχος John Constable / Τζον Κόνσταμπλ, (11 Ιουνίου 1776 – 31 Μαρτίου 1837).

Γεννήθηκε στο East Bergholt του Σάφολκ. Ο πατέρας του ήταν πλούσιος γαιοκτήμονας, έμπορος καλαμποκιού και άνθρακα. Είχε ένα μικρό πλοίο, το «The Telegraph», το οποίο έδενε στο Mistley στις εκβολές του ποταμού Stour, και το χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά καλαμποκιού στο Λονδίνο, από τους δύο μύλους του.

Αν και ο Constable ήταν ο δεύτερος γιος των γονιών του, ο μεγαλύτερος αδερφός του ήταν με διανοητική υστέρηση και ο John αναμενόταν να διαδεχτεί τον πατέρα του στην επιχείρηση. Πήγε να δουλέψει για τον πατέρα του στην οικογενειακή επιχείρηση περίπου το 1792 αφού αποφοίτησε από το σχολείο αλλά ο μικρότερος αδερφός του Abram ανέλαβε τελικά τη διαχείριση των μύλων.

Ξεκίνησε ερασιτεχνικά «ταξίδια σκιτσογραφίας» στη γύρω ύπαιθρο του Σάφολκ και του Έσεξ, που έμελλε να γίνουν αντικείμενο μεγάλου μέρους της τέχνης του. Αυτές οι σκηνές που αποτύπωνε, «με έκαναν ζωγράφο και είμαι ευγνώμων». «Ο ήχος του νερού που ξεφεύγει από φράγματα μύλου κλπ., οι ιτιές, οι παλιές σάπιες σανίδες, οι γλοιώδεις σαπισμένοι στύλοι και η πλινθοδομή, πραγματικά μου αρέσουν», είναι τα δικά του λόγια.

Το 1794 έκανε μια «περιοδεία σκίτσου» στο Νόρφολκ και δημιούργησε τα πρώτα του χαρακτικά το 1797. Το 1799, ο John έπεισε τον πατέρα του να τον αφήσει να ακολουθήσει καριέρα στην τέχνη που τόσο αγαπούσε και εκείνος του χορήγησε ένα μικρό επίδομα. Αμέσως παρουσιάστηκε στον Joseph Farington (ζωγράφος και ακαδημαϊκός, 1747-1821) , και εισήλθε στις Σχολές της Βασιλικής Ακαδημίας (Royal Academy) ως δόκιμος.

Μεταξύ των έργων που τον ενέπνευσαν ιδιαίτερα αυτή την περίοδο ήταν πίνακες του Thomas Gainsborough (1727-1788), ιδιαίτερα του Γάλλου Claude Lorrain (1600-1682), του φλαμανδού Peter Paul Rubens (Ρούμπενς, 1577-1640), του Ιταλού Annibale Carracci (1560-1609) και του Ολανδού Jacob van Ruisdael (1628-1682).

Επισκέφτηκε το Staffordshire και το Derbyshire το 1801 και εργάστηκε σκληρά για την τεχνοτροπία του. Το 1802 αρνήθηκε τη θέση του δασκάλου σχεδίου στο Στρατιωτικό Κολέγιο Great Marlow (τώρα Sandhurst), μια κίνηση που δεν άρεσε στον Benjamin West (τότε διευθυντής της Βασιλικής Ακαδημίας, RA, 1738-1820) που τον συμβούλεψε ότι αυτό θα σήμαινε το τέλος της καριέρας του. Με μια επιστολή του στον ζωγράφο και φίλο του John Dunthorne (1798-1832) εξήγησε την αποφασιστικότητά του να γίνει επαγγελματίας τοπιογράφος.

Το 1805 του παρήγγειλαν να ζωγραφίσει ένα βωμό για την εκκλησία στο Brantham. Περιόδευσε την περιοχή Lake District τον επόμενο χρόνο και το 1810 άρχισε να εργάζεται στο βωμό για την εκκλησία Nayland.

Ο Constable άρχισε να βλέπει τη μελλοντική του σύζυγο, Maria Bicknell τακτικά από το 1809, αν και είχαν συναντηθεί μερικά χρόνια νωρίτερα. Παντρεύτηκαν το 1816, παρά την αντίθεση της οικογένειάς της, και τελικά απέκτησαν επτά παιδιά.

Μετακόμισαν στην Keppel Street, στο Bloomsbury, στο Λονδίνο το 1817. Από το 1819, λόγω της κακής υγείας της συζύγου του, ο John νοίκιασε ένα σπίτι για την οικογένειά του στο Hampstead (Χάμπστεντ), δουλεύοντας εντυπωσιακά, κάνοντας περίπου εκατό μελέτες για σχηματισμούς νεφών, πολλά σκίτσα ελαιογραφίας από απόψεις της περιοχής και πολλά «τελειωμένα» άρτια έργα ζωγραφισμένα επί τόπου.

Το 1822 ζούσαν στο πρώην σπίτι του Joseph Farington στην Charlotte Street, στο Bloomsbury. Το 1824 όμως άρχισαν να πηγαίνουν στο Μπράιτον για λόγους υγείας της συζύγου του η οποία πέθανε από φυματίωση το 1828.

Σε μια επιστολή προς τον αδερφό του στις 19 Δεκεμβρίου, ο John έγραψε σπαρακτικά: «Δεν θα νιώσω ποτέ ξανά όπως ένιωθα, το πρόσωπο του Κόσμου έχει αλλάξει τελείως για μένα»

Εξέθετε τακτικά στο Βρετανικό Ίδρυμα από το 1808, στην Ακαδημία του Λίβερπουλ από το 1813-14, στην Εταιρεία Τεχνών του Μπέρμιγχαμ από το 1829 και στο Ινστιτούτο του Γούστερ το 1834-6. Έγινε συνεργάτης της Βασιλικής Ακαδημίας το 1819 και Ακαδημαϊκός το 1829, σε ηλικία 53 ετών.

Αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στη ζωγραφική του τοπίου, στις σκηνές της «απρόσεκτης παιδικής του ηλικίας» που, όπως είπε, «με έκανε ζωγράφο». Παρά τη θλίψη και την εύθραυστη υγεία του και όλες τις ευθύνες του ως μόνος γονέας καταφέρνει με το ύστερο έργο του να μας παρασύρει στους ανάμεικτους καιρούς και τα περίπλοκα συναισθήματά του.

Εννέα χρόνια μετά το θάνατο της πολυαγαπημένης συζύγου του, δηλαδή μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1837, ξαφνικά αρρώστησε και πεθαίνει στο Λονδίνο σε ηλικία 61 ετών. Τάφηκε δίπλα της, όπως επιθυμούσε.

Πριν λίγο καιρό είχαμε την χαρά να τον απολαύσουμε σε ένα αφιέρωμα στην National Gallery, της πλατείας Trafalgar, εδώ στο Λονδίνο, σε μια έκθεση με τίτλο “Discover Constable & The Hay Wain”, όπου “ανακαλύψαμε” τι κρύβεται πίσω από τη δημιουργία του Constable «The Hay Wain», 1821 και την εμβληματική του θέση στη βρετανική τέχνη.

Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα ο κόσμος βρέθηκε μπροστά στο έργο του Constable «Hay Wain», κάποιοι βρήκαν το ειλικρινές όραμά του για το τοπίο του Suffolk αρκετά ριζοσπαστικό.

Σήμερα, πάνω από 200 χρόνια αργότερα, ο πίνακας θεωρείται μια παραδοσιακή εικόνα της αγγλικής υπαίθρου. Αυτή η θέση έχει οδηγήσει καλλιτέχνες και ακτιβιστές να επανερμηνεύσουν, να επεξεργαστούν και να αντιδράσουν θετικά στον πίνακα, ιδιαίτερα υπό το φως του μεταβαλλόμενου κλίματός μας.

Στην έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου, παρουσιάστηκαν σκίτσα της σκηνής τα οποία δημιούργησε ο καλλιτέχνης για πάνω από είκοσι χρόνια πριν δημιουργήσει το ολοκληρωμένο έργο στο στούντιό του στο Λονδίνο. 

Το έργο “αφηγείται”, ένα ταξίδι στο τοπίο της Αγγλίας στις αρχές του 19ου αιώνα και σε αυτήν την παρουσίαση βρέθηκε κοντά σε έργα καλλιτεχνών που θαύμαζε ο ίδιος ο Constable και εικόνες που δημιουργήθηκαν από καλλιτέχνες ως απάντηση στον δικό του πίνακα. 

Το "Hay Wain" είναι ο πιο διάσημος πίνακας του Constable. Δείχνει τον μύλο που λειτουργούσε η οικογένειά του για πολλές δεκαετίες, αν και την εποχή που ζωγράφισε τον πίνακα, το σπίτι κατοικούνταν από έναν ντόπιο αγρότη.

Τι είναι τελικά ένα "Hay Wain"; Είναι το κάρο στο κέντρο του πίνακα, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ξερού χόρτου σε ένα αγρόκτημα. Οι αγρότες στον καμβά περπατούν μέσα από τα ρηχά νερά της λίμνης προς το λιβάδι στην άλλη πλευρά. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός - ο μύλος και η λίμνη εξακολουθούν να υπάρχουν σήμερα- πως πολλοί άνθρωποι ταξιδεύουν για να επισκεφθούν το διάσημο μέρος λόγω αυτού του πίνακα! 

Όταν το έργο αυτό, το «The Hay Wain» εκτέθηκε στο Λονδίνο το 1821, δεν έκανε καμιά εντύπωση, αλλά όταν το εξέθεσε στο Παρίσι λίγα χρόνια αργότερα, ο γαλλικός λαός το λάτρεψε! Κέρδισε μάλιστα ένα χρυσό μετάλλιο, το οποίο του απονεμήθηκε από τον βασιλιά της Γαλλίας. 

Εδώ θαυμάσαμε και πίνακες όπως η καταιγίδα του George Morland και το ατμοσφαιρικό φως στο εργαστηρίο του πεταλωτή του William Mulready, αλλά και τα μυστικιστικά έργα του William Blake μας μεταφέρουν στο βασίλειο του πνευματικού τοπίου, ενώ βιώνουμε το ποιητικό και πολιτικό τοπίο μέσα από τη σύγχρονη ποίηση και τις χαρακτικές επιγραφές. 

Συνολικά μπορούμε με βεβαιότητα να αναφέρουμε πως για τον Constable η αλήθεια βρίσκεται στην φύση, από την μαγευτική βρετανική ύπαιθρο στο Hampstead Heath (Χάμπστεντ Χιθ) και στο Stonehenge (Στόουνχεντζ) μέχρι την παραλία του Brighton (Μπράιτον), καθώς και μελέτες καιρικών φαινομένων.

Αποτυπώνεται η αίσθηση της φύσης παραστατικά στο έργο του, μέσα από αιθέριους σχηματισμούς νεφών, δραματικές καταιγίδες, ηλιαχτίδες, παράξενο ηλιακό φως και μεγαλοπρεπή ουράνια τόξα.

Αριστουργηματικά μας ταξιδεύει στην αιώνια συνομιλία μεταξύ του σκότους και του φωτός, «το κιαροσκούρο της φύσης» όπως το αποκαλούσε, που για εκείνον ήταν αχώριστο από το κιαροσκούρο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Πολλά από τα ύστερα έργα του προέκυψαν μετά από μια εκτεταμένη «εποχή θλίψης» μετά την απώλεια της αγαπημένης του Μαρίας, όμως ήταν έργα εμπνευσμένα, μιας αυτοψυχαναλυτικής περιόδου ανακάλυψης καθώς στην φύση πάντα έβρισκε παρηγοριά.

Ένα από τα ωραιότερα και συγκλονιστικότερα έργα του Constable που δείχνει την δύναμη της φύσης, τα καιρικά φαινόμενα και την κίνηση στους ουρανούς με το κιαροσκούρο του σε πλήρη ανάπτυξη κυριολεκτικά μας συνεπαίρνει στο εκπληκτικό “Rainstorm over the Sea”, 1824.

Πρόκειται για μια από τις πιο δραματικές μελέτες για τη θάλασσα και τον ουρανό που σχεδίασε ο Constable στο Brighton. Τα βροντερά μαύρα σύννεφα και η καταρρακτώδης βροχή έχουν ζωγραφιστεί γρήγορα για να αποτυπώσουν τη φευγαλέα φύση της σκηνής.

Ο Constable περιελάμβανε φιγούρες και βάρκες ως σημεία αναφοράς στα έργα του, αλλά εδώ έχει σχεδόν εγκαταλείψει εντελώς το ανθρώπινο ενδιαφέρον για να αποτυπώσει την ισχυρή αλλά φευγαλέα εικόνα μιας καταιγίδας με μια δέσμη ηλιακού φωτός να διαπερνά ξαφνικά τα λαμπερά μαύρα σύννεφα. Ο ουρανός έχει δημιουργηθεί με μια σειρά από βιαστικές κινήσεις του πινέλου. Η επιφάνεια της θάλασσας έχει τονιστεί με μια σειρά από οριζόντιες τομές, ίσως με την άκρη του πινέλου. Αυτό το σκίτσο είναι ασυνήθιστο, καθώς ο Constable κοιτάζει τόσο κατευθείαν στη θάλασσα εδώ.

Ας επανέλθουμε όμως στο σήμερα, εδώ στο Millbank της βρετανικής πρωτεύουσας, σε αυτήν την τελευταία έκθεση που απολαμβάνουμε στην Tate Britain, όπου συναντώνται τα έργα των δύο Βρετανών κολοσσών δηλαδή των Turner και Constable, που στέκονται δίπλα δίπλα, καθώς έχουμε την δυνατότητα να διερευνήσουμε τον τρόπο που και οι δύο καλλιτέχνες ανέπτυξαν ξεχωριστές καλλιτεχνικές ταυτότητες μέσα στον ανταγωνιστικό κόσμο της τέχνης του τοπίου, αναδεικνύοντας τις μεθόδους, την εξέλιξη και την επικάλυψη τους.

Ο Constable έχτισε τη φήμη του στα τοπία του Suffolk των παιδικών του χρόνων, επιλέγοντας να σχεδιάζει με λάδι (ελαιογραφία) έξω στη φύση, ανάμεσα στην απέραντη θέα της κοιλάδας Dedham και του ποταμού Stour, τοπία που πολύ συχνά επανεμφανιζόταν στα έργα του.


Το κουτί ζωγραφικής και η καρέκλα σχεδίασης εκτίθενται, με τους επισκέπτες να μπορούν να καταγράψουν την εξέλιξη της επιδέξιας σχεδιαστικής τέχνης του Constable και τον ριζοσπαστικό χειρισμό του χρώματος για να προστεθεί «λάμψη», στον καμβά.

Μια ομάδα μελετών του Constable για τα σύννεφα έχει συγκεντρωθεί για την έκθεση, αντανακλώντας την πεποίθησή του ότι ο ουρανός ήταν το κλειδί για τον συναισθηματικό αντίκτυπο ενός πίνακα. Αυτά τα έργα αντανακλούν το έντονο ενδιαφέρον του Constable για τον καιρό.

Οι ουρανοί του αποτελούν πλέον μια από τις πιο διάσημες πτυχές του έργου του και υποστήριξαν τα δυνατά τοπία στους μνημειώδεις καμβάδες του καλλιτέχνη, ύψους δύο μέτρων. Ύστερα έργα του μάλιστα, όπως το «Hampstead Heath with a Rainbow» του 1836 απεικονίζουν την επιδέξια συνύφανση των προσωπικών και ιστορικών αναμνήσεων του.

Αντίθετα, ο Turner ταξίδεψε εκτενώς σε όλη τη Βρετανία και την Ευρώπη, γεμίζοντας μπλοκ σχεδίασης με γρήγορες μελέτες σχεδιασμένες με μολύβι. Αυτό προσέφερε δημιουργική έμπνευση, επηρεάζοντας εξαιρετικές αλπικές σκηνές όπως το « The Passage of Mount St Gothard from the Centre of Teufels Broch (Devil’s Bridge) του 1804, καθώς και εμπορικές επιτυχίες του για εκτυπώσεις με βάση τις ακουαρέλες του.

Η έκθεση διερευνά τον τρόπο που ο Turner ανέπτυξε πρωτότυπους τρόπους εφαρμογής χρώματος και απεικόνισης του φωτός, αποτυπώνοντας την ακατέργαστη δύναμη της φύσης. Παρουσιάζονται μερικά από τα πιο διάσημα ύστερα έργα του, συμπεριλαμβανομένου του «Ancient Italy – Ovid Banished from Rome», που εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1838 και δεν είχε παρουσιαστεί στο Λονδίνο για πάνω από 50 χρόνια.

Μέχρι τη δεκαετία του 1830, τόσο ο Turner όσο και ο Constable αναγνωρίστηκαν ως πρωτοπόροι της τοπιογραφίας που την οδήγησαν σε τολμηρές νέες κατευθύνσεις. Οι έντονες διαφορές μεταξύ των έργων τους ώθησαν τους κριτικούς τέχνης να τους αντιπαραθέσουν και να τους θεωρήσουν αντιπάλους.

Αποκορύφωμα υπήρξε το 1831, όταν ο ίδιος ο Constable έπαιξε ρόλο σε αυτό, τοποθετώντας τα έργα του και του Turner δίπλα-δίπλα στην έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας. Αυτή η αντιπαράθεση του έργου «Caligula’s Palace and Bridge» του Turner, δίπλα στο «Salisbury Cathedral from the Meadows», προκάλεσε μια σειρά από συγκρίσεις μεταξύ της ηλιόλουστης ζέστης της μυθικής ιταλικής σκηνής του Turner και της υγρής ατμοσφαιρικής Βρετανίας του Constable.

Ο Turner ενημερώθηκε για τον καλλιτεχνικό ανταγωνισμό. Λίγο πριν από τα εγκαίνια της ετήσιας έκθεσης της Βασιλικής Ακαδημίας το 1832, μπήκε στην έκθεση και πρόσθεσε μια εντυπωσιακή κόκκινη πινελιά στο δικό του έργο που κρεμόταν κοντά στο έργο του Constable, «The Opening of Waterloo Bridge».

Ο Constable απάντησε: «[Ο Turner] ήταν εδώ και πυροβόλησε». Αλλά αυτή, ήταν μια πράξη καλλιτεχνικής επιθετικότητας; Το κόκκινο μουτζούρωμα του Turner μπορεί να ήταν μια χειρονομία τόσο αντιπαλότητας όσο και συγγένειας - ίσως το μεγαλύτερο κομπλιμέντο και έκφραση αποδοχής που θα μπορούσε να λάβει ο Constable, δηλαδή σήκωσε το γάντι της πρόκλησης.

Όπως δείχνει η ένταση των μεταγενέστερων έργων του Constable, εμφανέστατα αφοσιώθηκε σε έναν πιο ριζοσπαστικό, πιο τολμηρό τρόπο ζωγραφικής.

Οι δυο τους ήταν κυριολεκτικά, «φωτιά και νερό». Τώρα, τοποθετημένοι αντικριστά στην Tate Britain, οι πιο ξεχωριστοί και εντυπωσιακοί πίνακες των καλλιτεχνών υπογραμμίζουν πώς, παρά τις διαφορές τους, έκαναν την τοπιογραφία ένα είδος άξιο, τεράστιων καμβάδων και πρωταρχικής σημασίας.

Ενώ ο Turner έμαθε τρόπους να τραβάει την προσοχή μέσα από την κλίμακα και το ολοένα και πιο έντονο χρώμα, o Constable τραβάει την προσοχή με τη δημιουργία πινάκων μεγάλης κλίμακας γνωστών ως «έξι πόδια».

Η επιλογή των θεμάτων του Turner έδειξε την μεγάλη ευελιξία του, από την αρχαία ιστορία μέχρι τη σύγχρονη τεχνολογία (Snow Storm: Hannibal and his Army Crossing the Alps). Οι κριτικοί ήταν διχασμένοι. Ο ίδιος πίνακας που μπορεί να επαινέθηκε από κάποιον ως «υπερβατικός», μπορεί να καταδικάστηκε από κάποιον άλλο ως «μη πιστός στη φύση».

Οι περισσότεροι κριτικοί αναγνώριζαν τη μοναδικότητά του Constable. Αποκαλούσαν το έργο του «έντονο», «ελεύθερο και τολμηρό». Με την προβολή του έργου του σε όλο και περισσότερες εκθέσεις, οι επικριτές του επικεντρώθηκαν στη χρήση λευκών ανταυγειών, γνωστών χλευαστικά ως το «χιόνι» του Constable.

Το 1842, ο Turner δημιούργησε δύο έργα που συμπυκνώνουν το εύρος του όψιμου οράματός του. Στην ελαιογραφία «Snow Storm - Steam-Boat off a Harbour’s Mouth» βιώνουμε την εντεινόμενη γοητεία του τόσο για τη θάλασσα όσο και για τη σύγχρονη τεχνολογία.

Στο Blue Rigi βλέπουμε τον Turner να απογειώνεται σε νέα τεχνικά ύψη στην ακουαρέλα, το μέσο που εκτόξευσε την καριέρα του. Αντίπαλος ή όχι, ο Constable ήταν μεταξύ εκείνων που θαύμαζαν τις εκθέσεις του Turner, καθώς έγραψε με θαυμασμό: «Ο Turner ξεπέρασε τον εαυτό του - φαίνεται να ζωγραφίζει με χρωματιστό ατμό, τόσο φευγαλέο και τόσο αέρινο»

Και οι δύο παρέμειναν πνευματικά και καλλιτεχνικά ενεργοί μέχρι τα τελευταία τους χρόνια. Στη δύση τους, μάλιστα, και οι δύο καλλιτέχνες κοίταξαν προς τα πίσω στη ζωή τους για να δημιουργήσουν νέα έργα από τα παλιά.

Δύο ημιτελείς πίνακες είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της τάσης τους. Και οι δύο βασίζονται σε παλαιότερες συνθέσεις τους που είχαν μοιραστεί σε έντυπα σχετικά με τις δυνατότητες της ζωγραφικής τοπίου.

Το Stoke-By-Nayland είναι μια τελευταία διερεύνηση του φωτός και της σκιάς στη φύση, αυτό ακριβώς που ήταν η ενασχόληση του Constable σε όλη του τη ζωή.

Το Norham Castle δείχνει την εξέλιξη του οράματος του Turner για το τοπίο. Παρά τις φαινομενικές διαφορές τους, αυτά τα όψιμα έργα αντανακλούν την προσπάθεια των δημιουργών τους να μεταφέρουν το πνεύμα ενός τόπου και τη γοητεία τους με τη ζωγραφική του φωτός, από διαφορετικούς δρόμους και οπτική.

Ναι, η ιστορία της τέχνης αγαπά την αντιπαλότητα, γιατί δίνεται έρεισμα στη δημιουργικότητα μέσω του ανταγωνισμού.

Κατά τη διάρκεια της ζωής τους, οι κριτικοί έφεραν τους δύο ογκόλιθους της βρετανικής τέχνης αντιμέτωπους - την «αλήθεια» του Constable εναντίον της «ποίησης» του Turner.

Παρά τις διαφορές τους, και οι δύο θεωρούνται εξαιρετικά πρωτότυποι ζωγράφοι που αμφισβήτησαν τα καλλιτεχνικά πρότυπα. Οι καινοτομίες τους ανέβασαν τον πήχη για την τοπιογραφία και άφησαν μια διαχρονική κληρονομιά, όπως το καταπληκτικής έμπνευσης έργο του Turner, "The Scarlet Sunset: A French Town on a River", 1830.

Το σκοτάδι στα συγκλονιστικά έργα τους καθοριζόταν πάντα από το φως. Το φως του ήλιου πίσω από τα σύννεφα της καταιγίδας, το φως που έβαζε σε κίνηση ολόκληρη την επιφάνεια των εικόνων. Φως και σκοτάδι, οι πίνακές τους είναι μια προτροπή. Είναι τα στοιχεία της ζωής και της φύσης που μας δίνουν δύναμη, μας καθορίζουν για να οδηγηθούμε μόνον μπροστά, όπως στο υπέροχο έργο με τον υπέροχο ουρανό του Constable, "Debham Lock and Mill", 1818.

Σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτόν τον πλανήτη που βλέπουμε να οδεύει στην καταστροφή, ας ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας από το συγκλονιστικό έργο τους και να προσπαθήσουμε ξανά να επουλώσουμε τις πληγές του κόσμου μας, να εξανθρωπίσουμε τις ζωές μας, και η αλήθεια είναι μία, πως μόνο όταν θα είμαστε όλοι μαζί χωρίς αντιπαλότητες, σίγουρα θα τα καταφέρουμε...

------------

** Πληροφορίες για την έκθεση Turner & Constable : Rivals & Originals στην Tate Britain στο Λονδίνο μπορείτε να βρείτε εδώ: https://www.tate.org.uk/whats-on/tate-britain/turner-and-constable

------------

**Photo: A. KATSIOULA


Comments


bottom of page